Με συνέπεια και Ανεξάρτητο λόγο Κινούμαστε Δυναμικά

Για ένα Απαλλαγμένο απο κομματικές εξαρτήσεις ΟΕΕ

Για την Αναβάθμιση της Οικονομικής Επιστήμης

Για Επαγελματική Αξιοπρέπεια

Δύο εκθέσεις της Κομισιόν για την πορεία της ελληνικής οικονομίας

Τι καταγράφει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την ανταγωνιστικότητα, αλλά και την μεταπρογραματική πορεία

Τις εκθέσεις της για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, αλλά και για την μεταπρογραμματική πορεία έδωσε στη δημοσιότητα η Κομισιόν.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην πρώτη της έκθεση, στην οποία περιλαμβάνονται και ορισμένες μικρές συστάσεις,  δίνει, ουσιαστικά, το «πράσινο φως» για τον προϋπολογισμό και εγκρίνει τη δυνατότητα της Ελλάδας να χρησιμοποιήσει την εθνική ρήτρα διαφυγής προκειμένου να ξεφύγει στο όριο δαπανών πάνω από το όριο που έχει θέσει το συμβούλιο.

Την ίδια στιγμή, στην μεταπρογραμματική της έκθεση κάνει λόγο για σταθερή οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα, υπογραμμίζοντας, όμως, ότι ο πληθωρισμός προβλέπεται να μειωθεί μόνο μέτρια, στο 2,8% το 2025 και στο 2,3% το 2026. 

Οι εκτιμήσεις για το Σχέδιο Δημοσιονομικού Προγράμματος για το 2026

Στις 15 Οκτωβρίου 2025, η Ελλάδα υπέβαλε το Σχέδιο Δημοσιονομικού Προγράμματος για το 2026 στην Επιτροπή και τo Eurogroup. Η Επιτροπή προβαίνει σε συνολική αξιολόγηση της δημοσιονομικής κατάστασης και εκδίδει την παρούσα γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 473/2013, λαμβάνοντας υπόψη τη σύσταση του Συμβουλίου για την έγκριση του εθνικού μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού-διαρθρωτικού σχεδίου (εφεξής: «μεσοπρόθεσμο σχέδιο») της Ελλάδας, η οποία επιτρέπει στην Ελλάδα να παρεκκλίνει από τους μέγιστους ρυθμούς αύξησης των καθαρών δαπανών (ενεργοποίηση της εθνικής ρήγρας διαφυγής) και η Σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με τις οικονομικές, κοινωνικές, εργασιακές, διαρθρωτικές και δημοσιονομικές πολιτικές της Ελλάδα.

Η παρούσα γνώμη καταρτίζεται με βάση τις φθινοπωρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2025, που παρουσιάστηκαν πριν από λίγες μέρες και οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τις πληροφορίες που περιέχονται στο Σχέδιο Δημοσιονομικού Προγράμματος της Ελλάδας. Συνεπώς, τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην παρούσα γνώμη ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να διαφέρουν από εκείνα που αναφέρονται στο Σχέδιο Δημοσιονομικού Προγράμματος.

Στις 21 Ιανουαρίου 2025, το Συμβούλιο ενέκρινε σύσταση με την οποία εγκρίνεται το μεσοπρόθεσμο σχέδιο της Ελλάδας. Η σύσταση αναφέρει ότι η αύξηση των καθαρών δαπανών δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 3,7% το 2025, το 3,6% το 2026, το 3,1% το 2027 και το 3,0% το 2028. Αυτό αντιστοιχεί στους μέγιστους σωρευτικούς ρυθμούς ανάπτυξης που υπολογίστηκαν με αναφορά στο 2023, οι οποίοι είναι 6,5% το 2025, 10,3% το 2026, 13,7% το 2027 και 17,1% το 2028.

Κατόπιν αιτήματος της Ελλάδας, στις 8 Ιουλίου 2025 το Συμβούλιο ενέκρινε σύσταση που επιτρέπει στην Ελλάδα να παρεκκλίνει από τους μέγιστους ρυθμούς αύξησης των καθαρών δαπανών (ενεργοποίηση της εθνικής ρήτρας διαφυγής). Η Σύσταση επιτρέπει στην Ελλάδα, κατά την περίοδο 2025-2028, να αποκλίνει και να υπερβεί τους μέγιστους ρυθμούς αύξησης των καθαρών δαπανών, όπως ορίζονται στη Σύσταση C/2025/661 του Συμβουλίου, στο βαθμό που οι καθαρές δαπάνες που υπερβαίνουν αυτούς τους μέγιστους ρυθμούς ανάπτυξης δεν υπερβαίνουν την αύξηση των αμυντικών δαπανών σε ποσοστό του ΑΕΠ από το 2024 και υπό την προϋπόθεση ότι η απόκλιση που υπερβαίνει τους μέγιστους ρυθμούς αύξησης των καθαρών δαπανών δεν υπερβαίνει το 1,5% του ΑΕΠ. Κατά την αξιολόγηση του αιτήματος, η Επιτροπή επαλήθευσε ότι η ενεργοποίηση της εθνικής ρήτρας διαφυγής δεν θέτει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική βιωσιμότητα μεσοπρόθεσμα.

Στις 8 Ιουλίου 2025, το Συμβούλιο συνέστησε στην Ελλάδα να λάβει μέτρα το 2025 και το 2026 για την ενίσχυση των συνολικών δαπανών και της ετοιμότητας για την άμυνα και την ασφάλεια, σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 6ης Μαρτίου 2025. Το Συμβούλιο συνέστησε επίσης στην Ελλάδα να τηρήσει τους μέγιστους ρυθμούς αύξησης των καθαρών δαπανών που συνέστησε το Συμβούλιο στις 21 Ιανουαρίου 2025, αξιοποιώντας παράλληλα το περιθώριο βάσει της εθνικής ρήτρας διαφυγής για υψηλότερες αμυντικές δαπάνες.

Σύμφωνα με το Σχέδιο Δημοσιονομικού Προγράμματος, το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας προβλέπεται να αυξηθεί κατά 2,4% το 2026 (2,2% το 2025), ενώ ο πληθωρισμός (ΕνΔΤΚ) προβλέπεται στο 2,2% το 2026 (3,0% το 2025).

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Επιτροπής για το Φθινόπωρο του 2025, το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας προβλέπεται να αυξηθεί κατά 2,2% το 2026 (2,1% το 2025), ενώ ο πληθωρισμός (ΕνΔΤΚ) προβλέπεται στο 2,3% το 2026 (2,8% το 2025).

Η καταληκτική ημερομηνία του Σχεδίου προηγήθηκε της τελευταίας στατιστικής αναθεώρησης των ετήσιων στοιχείων για το ΑΕΠ για την περίοδο 2022-2024. Συνεπώς, οι συνεισφορές των συνιστωσών του ΑΕΠ που προέρχονται από την πλευρά των δαπανών είναι διαφορετικές στις δύο προβλέψεις. Επιπλέον, το Σχέδιο αναμένει ταχύτερη συγκράτηση των τιμών των υπηρεσιών, με αποτέλεσμα μια πρόβλεψη για τον πληθωρισμό κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα χαμηλότερο για το 2026. Συνολικά, το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο βασίζονται οι δημοσιονομικές προβλέψεις στο Σχέδιο Δημοσιονομικού Σχεδίου φαίνεται να είναι σύμφωνο με την πρόβλεψη της Επιτροπής για το 2026 και το 2025. Η Ελλάδα συμμορφώνεται με την απαίτηση του άρθρου 4(4) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 473/2013, καθώς το Σχέδιο Δημοσιονομικού Σχεδίου βασίζεται σε μια ανεξάρτητα εγκεκριμένη μακροοικονομική πρόβλεψη.

Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός προβλέπεται να είναι αυξητικός κατά 1,8% του ΑΕΠ το 2026, μετά από έναν αυξητικό δημοσιονομικό προσανατολισμό κατά 1,0% το 2025. Ο δημοσιονομικός προσανατολισμός λαμβάνει δεόντως υπόψη τον αντίκτυπο στη συνολική ζήτηση των δαπανών που χρηματοδοτούνται από μη επιστρεπτέα στήριξη («επιχορηγήσεις») από το RRF και άλλα ταμεία της ΕΕ.

Σύμφωνα με το Σχέδιο Προϋπολογισμού (Draft Budgetary Plan), το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης της Ελλάδας προβλέπεται να μειωθεί σε έλλειμμα 0,1% του ΑΕΠ το 2026 (από πλεόνασμα 0,6% το 2025), ενώ ο λόγος χρέους της γενικής κυβέρνησης προς ΑΕΠ προβλέπεται να μειωθεί σε 137,6% στο τέλος του 2026 (145,4% στο τέλος του 2025). Με τη σειρά του, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Επιτροπής για το Φθινόπωρο του 2025, το πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης στην Ελλάδα προβλέπεται να μειωθεί στο 0,3% του ΑΕΠ το 2026 (1,1% το 2025), ενώ ο λόγος χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ προβλέπεται να μειωθεί στο 142,1% στο τέλος του 2026 (147,6% στο τέλος του 2025).

Η μείωση του πλεονάσματος οφείλεται κυρίως σε ένα πρόσφατα ανακοινωθέν δημοσιονομικό πακέτο που εκτιμάται ότι θα κοστίσει 0,6% του ΑΕΠ το 2026. Το πακέτο περιλαμβάνει μόνιμες μειώσεις στον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, στον φόρο ακίνητης περιουσίας και στον ΦΠΑ, παράλληλα με στοχευμένες αυξήσεις στις συντάξεις και τους μισθούς του δημόσιου τομέα.

Η επιδείνωση αυξάνεται περαιτέρω από τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες και τις αυξημένες τρέχουσες μεταβιβάσεις προς την ΕΕ, μετά την προς τα πάνω αναθεώρηση του συντελεστή ΑΕΕ για όλα τα κράτη μέλη. Οι κύριες διαφορές μεταξύ των δύο συνόλων προβλέψεων για το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης το 2026 πηγάζουν κυρίως από ένα ευνοϊκότερο βασικό αποτέλεσμα στις προβλέψεις της Επιτροπής, αντανακλώντας την ισχυρότερη από την αναμενόμενη δημοσιονομική επίδοση το 2025.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα υψηλότερα έσοδα από εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και φόρους εισοδήματος, υποστηριζόμενα από ευνοϊκότερες μακροοικονομικές παραδοχές και υψηλότερους φόρους επί των εσόδων από τόκους.

Οι φόροι ακίνητης περιουσίας είναι επίσης υψηλότεροι, λόγω διαφορετικής μεθοδολογίας για την εκτίμηση των καθυστερημένων πληρωμών από προηγούμενες περιόδους, που αντισταθμίζεται εν μέρει από χαμηλότερα έσοδα από ΦΠΑ που συνδέονται με διαφορετικές μακροοικονομικές παραδοχές.

Από την πλευρά των δαπανών, η πρόβλεψη της Επιτροπής προβλέπει χαμηλότερα επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας (κατά 0,1% του ΑΕΠ) και χαμηλότερο κόστος μισθοδοσίας του δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τις προηγούμενες τάσεις υποδαπανής.

Επιπλέον, η πρόβλεψη της Επιτροπής προϋποθέτει μειωμένες εθνικές δαπάνες συγχρηματοδότησης για τα προγράμματα της ΕΕ, δεδομένων των προσδοκιών για μια πιο χρονοβόρα υλοποίηση της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου (ΕΣΠΑ 2021–2027). Όσον αφορά τις προβλέψεις για το χρέος της γενικής κυβέρνησης, οι διαφορές αντικατοπτρίζουν το γεγονός ότι το Σχέδιο προϋποθέτει πρόωρη αποπληρωμή ύψους 5,3 δισεκατομμυρίων ευρώ (2,1% του ΑΕΠ) στο πλαίσιο της Δανειακής Διευκόλυνσης για την Ελλάδα και υψηλότερη πρόβλεψη για αύξηση του ΑΕΠ τόσο για το 2025 όσο και για το 2026.

Οι δημόσιες δαπάνες που χρηματοδοτούνται από ταμεία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της μη επιστρεπτέας στήριξης («επιχορηγήσεις») από το Ταμείο Ανάκαμψης, προβλέπεται στις προβλέψεις της Επιτροπής του Φθινοπώρου 2025 να αυξηθούν στο 4,0% του ΑΕΠ το 2026 (από 3,4% του ΑΕΠ το 2025)12. Το Σχέδιο Δημοσιονομικού Προγράμματος προβλέπει ότι οι δαπάνες που ανέρχονται στο 3,2% του ΑΕΠ θα χρηματοδοτηθούν από επιχορηγήσεις του RRF το 2026, σε σύγκριση με 1,9% του ΑΕΠ το 2025. Οι δαπάνες που χρηματοδοτούνται από επιχορηγήσεις του RRF επιτρέπουν επενδύσεις υψηλής ποιότητας και μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα.

Ο δημοσιονομικός προσανατολισμός μετράται ως η μεταβολή στις πρωτογενείς δαπάνες της γενικής κυβέρνησης, μετά την αφαίρεση του πρόσθετου δημοσιονομικού αντίκτυπου των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στα έσοδα, εξαιρουμένων των εφάπαξ και κυκλικών δαπανών για την ανεργία, αλλά συμπεριλαμβανομένων των δαπανών που χρηματοδοτούνται από μη επιστρεπτέα στήριξη (επιχορηγήσεις) από το RRF και άλλα ταμεία της ΕΕ, σε σχέση με τον μεσοπρόθεσμο (10ετή) μέσο ρυθμό αύξησης του δυνητικού ΑΕΠ, εκφρασμένο ως λόγος προς το ονομαστικό ΑΕΠ.

Για τους σκοπούς της δημοσιονομικής εποπτείας, τα στοιχεία αυτά αναφέρονται σε κρατικές δαπάνες που χρηματοδοτούνται από επιχορηγήσεις του RRF και άλλα κονδύλια της ΕΕ, οι οποίες καταγράφονται τη στιγμή που οι εν λόγω δαπάνες φτάνουν στην εθνική οικονομία. Τα στοιχεία συνήθως διαφέρουν από εκείνα για τη ροή των εκταμιεύσεων από τον προϋπολογισμό της ΕΕ προς τα κράτη μέλη, οι οποίες ενδέχεται να καθυστερούν ή να προηγούνται αυτών των δαπανών χωρίς άμεσο αντίκτυπο στο ισοζύγιο και το χρέος της γενικής κυβέρνησης της Ελλάδας.

Το Σχέδιο Προϋπολογισμού προβλέπει επίσης ότι οι δαπάνες που ανέρχονται στο 1,8% του ΑΕΠ θα υποστηριχθούν από δάνεια από το RRF το 2026, σε σύγκριση με 1,1% του ΑΕΠ το 2025, με άμεσο αντίκτυπο στο χρέος της γενικής κυβέρνησης, αλλά όχι στο έλλειμμα, καθώς θα χρηματοδοτήσει δάνεια προς τον ιδιωτικό τομέα.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Επιτροπής για το Φθινόπωρο του 2025, οι εθνικά χρηματοδοτούμενες δημόσιες επενδύσεις προβλέπεται να μειωθούν στο 2,4% του ΑΕΠ το 2026 (από 2,5% του ΑΕΠ το 2025).

Το Σχέδιο Προϋπολογισμού περιλαμβάνει διάφορα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής με διακριτική ευχέρεια. Από την πλευρά των εσόδων, αυτά περιλαμβάνουν τη μεταρρύθμιση της κλίμακας φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων με έμφαση στις οικογένειες με παιδιά και νέους, την εισαγωγή ενός ενδιάμεσου φορολογικού συντελεστή 25% επί του εισοδήματος από ακίνητα, τη μεταρρύθμιση του συστήματος τεκμαρτών εξόδων διαβίωσης που χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση του φόρου και τη σταδιακή κατάργηση του φόρου ακίνητης περιουσίας για τα μικρά χωριά.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο συνολικός πρόσθετος αντίκτυπος των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στα έσοδα αυξάνει τις καθαρές δαπάνες (και μειώνει το πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης) κατά 0,3% του ΑΕΠ το 202613. Από την πλευρά των δαπανών, τα μέτρα περιλαμβάνουν τη μεταρρύθμιση του ειδικού μισθολογίου για τις Ένοπλες Δυνάμεις και τις Δυνάμεις Ασφαλείας, τις προσαρμογές μισθών για άλλες κατηγορίες εργαζομένων του δημόσιου τομέα και τη σταδιακή κατάργηση του μηχανισμού «προσωπικής διαφοράς» των συντάξεων, ο οποίος επί του παρόντος αντισταθμίζει μέρος των αυξήσεων των συντάξεων.

Οι κρατικές δαπάνες της Ελλάδας για την άμυνα ανήλθαν σε 2,7% του ΑΕΠ το 2021 και σε 2,2% του ΑΕΠ το 2024. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Επιτροπής του Φθινοπώρου 2025, προβλέπεται να ανέλθουν σε 2,4% του ΑΕΠ το 2025 και σε 2,6% του ΑΕΠ το 2026. Αυτό αντιστοιχεί σε προβλεπόμενη αύξηση 0,4 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ το 2026 σε σύγκριση με το 2024.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Επιτροπής του Φθινοπώρου 2025, οι καθαρές δαπάνες της Ελλάδας προβλέπεται να αυξηθούν κατά 3,8% το 2025, ποσοστό που υπερβαίνει τον μέγιστο ρυθμό ανάπτυξης 3,7% που συνέστησε το Συμβούλιο. Αυτό αντιστοιχεί σε απόκλιση μικρότερη από 0,1% του ΑΕΠ το 2025. Για το 2026, οι καθαρές δαπάνες προβλέπεται να αυξηθούν κατά 6,7%, ποσοστό που υπερβαίνει τον μέγιστο ρυθμό ανάπτυξης 3,6% που συνέστησε το Συμβούλιο. Αυτό αντιστοιχεί σε απόκλιση 1,2% του ΑΕΠ το 2026.

Σε σωρευτικούς όρους, δηλαδή σε σύγκριση με το έτος βάσης 2023, η Επιτροπή προβλέπει αύξηση των καθαρών δαπανών της Ελλάδας κατά 10,5% το 2026, η οποία υπερβαίνει τον μέγιστο σωρευτικό ρυθμό ανάπτυξης 10,3% που συνέστησε το Συμβούλιο. Αυτό αντιστοιχεί σε σωρευτική απόκλιση 0,2% του ΑΕΠ. Ωστόσο, η προβλεπόμενη σωρευτική απόκλιση το 2026 εμπίπτει στην ευελιξία που παρέχει η εθνική ρήτρα διαφυγής με βάση τις τρέχουσες προβλέψεις για τις αμυντικές δαπάνες.15

Συμπερασματικά, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Επιτροπής για το Φθινόπωρο του 2025, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη το Σχέδιο Δημοσιονομικού Σχεδίου, ο σωρευτικός ρυθμός αύξησης των καθαρών δαπανών της Ελλάδας το 2026 είναι υψηλότερος από τον μέγιστο ρυθμό ανάπτυξης που συνέστησε το Συμβούλιο.

Ωστόσο, δεδομένης της ευελιξίας που παρέχεται από την εθνική ρήτρα διαφυγής, η προβλεπόμενη αύξηση των καθαρών δαπανών είναι συμβατή με τις σχετικές συστάσεις του Συμβουλίου.

Συνολικά, η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι το Σχέδιο Δημοσιονομικού Πλαισίου της Ελλάδας συμμορφώνεται με τη μέγιστη αύξηση των καθαρών δαπανών στη Σύσταση του Συμβουλίου που εγκρίνει το μεσοπρόθεσμο σχέδιο, λαμβάνοντας υπόψη την ευελιξία που παρέχεται από την εθνική ρήτρα διαφυγής.

Η αξιολόγηση της εφαρμογής των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου θα συνεχιστεί στο πλαίσιο της Εαρινής Δέσμης του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, η οποία αναμένεται να εγκριθεί από την Επιτροπή στις αρχές Ιουνίου 2026.

 

Σταθερή οικονομική ανάπτυξη, μικρή μείωση πληθωρισμού

Η οικονομική ανάπτυξη αναμένεται να παραμείνει σταθερή παρά το ασταθές διεθνές περιβάλλον στην Ελλάδα. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2% το πρώτο εξάμηνο του 2025 σε ετήσια βάση. Η οικονομική δραστηριότητα αναμένεται να διατηρήσει τη δυναμική της το 2026, ενισχυμένη από τα κονδύλια της ΕΕ και τα πρόσφατα ανακοινωθέντα δημοσιονομικά μέτρα, τα οποία αναμένεται να στηρίξουν την εγχώρια ζήτηση.

Παρ' όλα αυτά, για να διασφαλιστεί η πλήρης απορρόφηση των διαθέσιμων κεφαλαίων, η Ελλάδα πρέπει να επιταχύνει την εφαρμογή του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Ενώ δεν αναμένεται απότομη ύφεση, η ανάπτυξη προβλέπεται να μετριαστεί μετά το 2026, καθώς λήγει η εφαρμογή του σχεδίου.

Σύμφωνα με τις Οικονομικές Προβλέψεις του Φθινοπώρου 2025 της Επιτροπής, το ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί με παρόμοιο ρυθμό, κατά 2,1% και 2,2% το 2025 και το 2026, αντίστοιχα, και προβλέπεται να μετριαστεί στο 1,7% το 2027.

Δεδομένων των δημογραφικών προκλήσεων της Ελλάδας, η αύξηση της παραγωγικότητας θα είναι το κλειδί για τη διατήρηση της αύξησης του ΑΕΠ και τη γεφύρωση του χάσματος παραγωγικότητας με την υπόλοιπη ΕΕ.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (7,2% το 2024) αναμένεται να μειωθεί οριακά μόνο, στο 5,8% του ΑΕΠ έως το 2027, λόγω της υψηλής έντασης εισαγωγών εξαγωγών και επενδύσεων. Η ισχυρή ζήτηση και οι ακόμη αυστηρές συνθήκες στην αγορά εργασίας αναμένεται να συνεχίσουν να ασκούν ανοδική πίεση στους μισθούς και τις τιμές καταναλωτή.

Ως εκ τούτου, ο πληθωρισμός προβλέπεται να μειωθεί μόνο μέτρια, στο 2,8% το 2025 και στο 2,3% το 2026. Ο δομικός πληθωρισμός προβλέπεται να μειωθεί έως το 2027, αλλά η προβλεπόμενη αύξηση των τιμών της ενέργειας αναμένεται να διατηρήσει τον πληθωρισμό στο 2,4%.

Η απασχόληση αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω. Ωστόσο, η αύξηση των θέσεων εργασίας περιορίζεται από υποκείμενα διαρθρωτικά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένων των χαμηλών ποσοστών συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό, ιδίως μεταξύ των γυναικών, και των αναντιστοιχιών δεξιοτήτων.

Η οικονομία καταφέρνει να αντιμετωπίσει εξωτερικά εμπόδια, αλλά μια επίμονη αύξηση της αβεβαιότητας και του κόστους χρηματοδότησης θα μπορούσε να έχει ουσιαστική επίδραση στις εξαγωγές, ιδίως στον τουρισμό, καθώς και στις επενδύσεις.

Το πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 1,1% του ΑΕΠ το 2025 (9), που αντιστοιχεί σε πρωτογενές πλεόνασμα 4,3% του ΑΕΠ, από 4,7% το 2024, σύμφωνα με τις οικονομικές προβλέψεις της Επιτροπής του Φθινοπώρου 2025. Το χαμηλότερο πλεόνασμα αντανακλά κυρίως τη μείωση του συντελεστή εισφορών κοινωνικής ασφάλισης κατά την περίοδο 2025-2026 (1 ποσοστιαία μονάδα το 2025), τους υψηλότερους μισθούς στον δημόσιο τομέα και ένα δημοσιονομικό πακέτο που ανακοινώθηκε την άνοιξη του 2025, που ισοδυναμεί με 0,5% του ΑΕΠ.

Σε σύγκριση με τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2025, το πρωτογενές ισοζύγιο επωφελείται από την ισχυρή αύξηση των εσόδων και την υποδαπανή στην κεντρική διοίκηση, τα οποία αντισταθμίζονται εν μέρει από το αυξημένο κόστος υγειονομικής περίθαλψης, τις οικονομικές διορθώσεις που σχετίζονται με τις γεωργικές επιδοτήσεις της ΕΕ και τις υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες.

Οι δημοσιονομικές προοπτικές της Ελλάδας αναμένεται να παραμείνουν ευνοϊκές κατά την περίοδο 2026-2027, με γενικά σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα, παρά την εφαρμογή νέων μόνιμων φορολογικών και κοινωνικών μέτρων. Το πλεόνασμα του προϋπολογισμού της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να μειωθεί στο 0,3% του ΑΕΠ το 2026 και στο 0,0% το 2027, λόγω του πρόσφατα ανακοινωθέντος δημοσιονομικού πακέτου, το οποίο εκτιμάται σε 0,7% του ΑΕΠ το 2026 και 0,9% του ΑΕΠ το 2027. Το δημοσιονομικό πακέτο περιλαμβάνει μόνιμες περικοπές στις προσωπικές δαπάνες.

Το 6ο αίτημα πληρωμής (για επιχορηγήσεις), που εγκρίθηκε από την Επιτροπή τον Οκτώβριο του 2025, θα ανεβάσει τα κεφάλαια που θα καταβληθούν στην Ελλάδα στο πλαίσιο του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας σε 23,45 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 65% όλων των κεφαλαίων του ελληνικού σχεδίου, με το 48% όλων των ορόσημων και των στόχων του σχεδίου να έχουν εκπληρωθεί.

Ένας παράγοντας είναι το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών της ΕΕ 2 (ETS2), το οποίο αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία την 1η Ιανουαρίου 2027, το οποίο θα καλύπτει τις εκπομπές CO2 από τα ορυκτά καύσιμα που χρησιμοποιούνται σε κτίρια κατοικιών, οδικές μεταφορές και βιομηχανίες που δεν καλύπτονται από το ETS1.

Οι μειώσεις του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μερίδιο του δημοσιονομικού κόστους του πακέτου, με στόχο την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και την παροχή κινήτρων για τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, αυξάνοντας έτσι την προσφορά εργασίας.

Πρόσθετες καθοδικές πιέσεις στο ισοζύγιο του προϋπολογισμού σε σχέση με τις εαρινές οικονομικές προβλέψεις της Επιτροπής του 2025 προέρχονται από τις υψηλότερες τρέχουσες μεταβιβάσεις προς την ΕΕ μετά την προς τα πάνω αναθεώρηση του συντελεστή ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος για όλα τα κράτη μέλη, παράλληλα με τις αυξανόμενες δαπάνες για την υγειονομική περίθαλψη.

Το απόθεμα των καθαρών οφειλών της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκε από 465 εκατομμύρια ευρώ τον Δεκέμβριο του 2024 σε 626 εκατομμύρια ευρώ τον Ιούλιο του 2025, αντανακλώντας κυρίως την απότομη αύξηση των οφειλών των νοσοκομείων, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 147 εκατομμύρια ευρώ και πλέον αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 40% του συνόλου.

Η δημιουργία της Κεντρικής Αρχής Προμηθειών Υγείας (ΕΚΑΠΥ) δεν έχει ακόμη αποφέρει πλήρως τα αναμενόμενα οφέλη της, αν και αναμένεται να βοηθήσει στην πρόληψη της συσσώρευσης νέων οφειλών σε φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες προμήθειες στο μέλλον.

Αντίθετα, οι καθαρές οφειλές για κύριες συντάξεις έχουν σε μεγάλο βαθμό εξαλειφθεί και οι οφειλές για εφάπαξ ποσά ακολουθούν μια σταθερή πτωτική τάση.

Τέλος, οι οφειλές μεταξύ των εκτός προϋπολογισμού ταμείων και των τοπικών αυτοδιοικήσεων παρέμειναν γενικά σταθερές σε περίπου 280 εκατομμύρια ευρώ, υποδηλώνοντας επίμονες ανεπάρκειες που σχετίζονται εν μέρει με τον μεγάλο αριθμό φορέων και τις ποικίλες δραστηριότητες.

Η παρακολούθηση των οφειλών είναι απαραίτητη επειδή χρησιμεύει ως βασικός δείκτης για την πειθαρχία πληρωμών και τη διαχείριση της ρευστότητας από την κυβέρνηση, καθώς η συσσώρευση οφειλών μπορεί να υποδηλώνει αδυναμίες στον έλεγχο των δαπανών και να επηρεάσει τις συνθήκες ρευστότητας στην ιδιωτική οικονομία.

Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, ο ελληνικός τραπεζικός τομέας διατήρησε την ισχυρή κερδοφορία του. Για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, το καθαρό περιθώριο τόκων μειώθηκε στο 2,4% το πρώτο εξάμηνο του 2025, από 2,7% το πρώτο εξάμηνο του 2024. Η μείωση των καθαρών εσόδων από τόκους, λόγω της μείωσης των επιτοκίων, αντισταθμίστηκε από την αύξηση του όγκου δανεισμού και την αύξηση των καθαρών προμηθειών και άλλων εσόδων.

Τα λειτουργικά έξοδα και οι προβλέψεις για ζημίες από δάνεια αυξήθηκαν σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2024, οδηγώντας τον λόγο κόστους προς έσοδα στο 35,7%, και η ετήσια απόδοση των ιδίων κεφαλαίων έφτασε το 13,2%. Η ρευστότητα παρέμεινε υψηλή, υποστηριζόμενη από την αυξανόμενη καταθετική βάση.

Ο ελληνικός τραπεζικός τομέας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις καταθέσεις - για παράδειγμα, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έχουν σχετικά χαμηλό λόγο δανείων προς καταθέσεις 68,9%. Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας παρέμεινε άνετα πάνω από 200% και ο δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης βρίσκεται επίσης σε ικανοποιητικό επίπεδο (136%, 9 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ).

Ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας των σημαντικών ιδρυμάτων αυξήθηκε στο 20,6%, σημειώνοντας αύξηση 0,6 ποσοστιαίων μονάδων σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2024, χάρη στις εκδόσεις κεφαλαιακών μέσων και τα διακρατούμενα ενδιάμεσα κέρδη. Ωστόσο, η ποιότητα του κεφαλαίου παρέμεινε αδύναμη, καθώς οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις (DTCs) αντιπροσώπευαν το 38,6% των συνολικών προληπτικών ιδίων κεφαλαίων τον Δεκέμβριο του 2024, παρόλο που αυτό είναι σημαντικά χαμηλότερο από ό,τι τον Δεκέμβριο του 2021 (61%). Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες στοχεύουν στην πλήρη απόσβεση των DTCs έως το 2034, πολύ νωρίτερα από τον αρχικό στόχο του 2041.

Οι τράπεζες μείωσαν περαιτέρω τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL), αλλά ο ρυθμός της διαχείρισης του παλαιού χρέους που διαχειρίζονται οι διαχειριστές παρέμεινε αργός. Ο δείκτης NPL μειώθηκε από 3,8% τον Δεκέμβριο του 2024 σε 3,6% τον Ιούνιο του 2025.

Ωστόσο, με τις τιτλοποιήσεις στο πλαίσιο του εκτεταμένου Ελληνικού Σχεδίου Προστασίας Περιουσιακών Στοιχείων (HAPS) που έχουν πλέον ολοκληρωθεί, η περαιτέρω πρόοδος στην απομόχλευση των NPL αναμένεται να είναι μόνο σταδιακή. Υπήρξε μια μικρή αύξηση στη νέα εισροή NPL, καθώς οι νέες αθετήσεις υπερέβησαν τις εισπράξεις και τις διαγραφές και αυτό είναι πιθανό να συνεχιστεί καθώς οι τράπεζες σχεδιάζουν να μειώσουν και να μετατρέψουν τα ανεξόφλητα δάνεια με χαρακτηριστικά σταδιακής αύξησης. Ωστόσο, τα επίπεδα του δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων αναμένεται να συγκρατηθούν μέσω της αύξησης του χαρτοφυλακίου δανείων και της κατά διαστήματα χρήσης ανόργανων ενεργειών από τις τράπεζες (π.χ. πωλήσεις χαρτοφυλακίου).

Το χρέος που διαχειρίζονται οι διαχειριστές πιστώσεων εκτός του τραπεζικού τομέα αυξήθηκε κατά 10,3 δισεκατομμύρια ευρώ τους τελευταίους 12 μήνες, φτάνοντας τα 79,7 δισεκατομμύρια ευρώ τον Ιούνιο του 2025, λόγω του τελικού γύρου σημαντικών τιτλοποιήσεων.

Ωστόσο, ακόμη και λαμβάνοντας υπόψη αυτό το εφάπαξ αποτέλεσμα, ο ρυθμός της διαδικασίας εξυγίανσης παραμένει αργός. Πολλά χαρτοφυλάκια που τιτλοποιήθηκαν στο πλαίσιο του HAPS συνέχισαν να υποαποδίδουν σε σχέση με τα επιχειρηματικά τους σχέδια, κυρίως λόγω χαμηλότερων από τις προγραμματισμένες ανακτήσεων από ρευστοποιήσεις εξασφαλίσεων, καθώς οι διαχειριστές πιστώσεων αντιμετωπίζουν δικαστικά εμπόδια, κυρίως σε διαδικασίες εκκαθάρισης.

Τον Ιούλιο του 2025, η κυβέρνηση εισήγαγε μέτρα για την αύξηση της αποτελεσματικότητας των δικαστικών διαδικασιών και την αντιμετώπιση των σημείων συμφόρησης και των καθυστερήσεων στην εκτέλεση χρεών. Ο αριθμός των αιτήσεων στο πλαίσιο της πλατφόρμας εξωδικαστικής διευθέτησης (OCW) έχει αυξηθεί σημαντικά από την εισαγωγή της κατηγορίας των «επιλέξιμων οφειλετών», η οποία αύξησε τον αριθμό των οφειλετών στους οποίους οι πιστωτές δεν μπορούν να αρνηθούν προτεινόμενους διακανονισμούς.

Ενώ ο μηχανισμός OCW παρέχει συνεχώς μια σταθερή ροή αναδιαρθρώσεων, τα ποσοστά επαναχρέωσης είναι υψηλά, με μέσο όρο 43% για την αναδιάρθρωση χρέους από διαχειριστές. Η διαδικασία σύστασης του οργανισμού πώλησης και επαναμίσθωσης (12) (SLBO) καθυστερεί περαιτέρω και αναμένεται πλέον να ολοκληρωθεί το δεύτερο τρίμηνο του 2026, με το σχετικό προσωρινό πρόγραμμα στήριξης να παρατείνεται έως ότου τεθεί σε λειτουργία το SLBO.

Η Ελληνική Εταιρεία Περιουσίας και Συμμετοχών (ΕΕΣΥΠ) αύξησε σημαντικά τα καθαρά της κέρδη κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, κυρίως λόγω της συγχώνευσης με το Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου και το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Τα καθαρά κέρδη αυξήθηκαν στα 209,6 εκατομμύρια ευρώ, από 59,7 εκατομμύρια ευρώ, την ίδια περίοδο του 2024.

Η ΕΕΣΥΠ ξεκίνησε το νέο Ελληνικό Ταμείο Καινοτομίας και Υποδομών, το οποίο προορίζεται να γίνει ο κύριος επενδυτικός της βραχίονας. Με αρχικό κεφάλαιο 303 εκατομμυρίων ευρώ, το ταμείο αυτό στοχεύει στην προσέλκυση παγκόσμιων ιδιωτικών και αναπτυξιακών κεφαλαίων για επενδύσεις σε στρατηγικούς τομείς, συμπεριλαμβανομένων των πράσινων και ψηφιακών μεταβάσεων.

Η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου συνεχίζει να αξιολογεί τα 36.000 δημόσια ακίνητα που διαθέτει με στόχο την εμπορική ανάπτυξη. Οι περισσότερες συναλλαγές ιδιωτικοποίησης προχωρούν σύμφωνα με το πρόγραμμα, εκτός από το μακροχρόνιο οικονομικό κλείσιμο της σύμβασης παραχώρησης για την Εγνατία Οδό, που αναμένεται πλέον έως το τέλος του 2025.

Οι ανάγκες χρηματοδότησης της Ελλάδας για το δημόσιο τομέα αναμένεται να παραμείνουν μέτριες, κάτω από το 10% του ΑΕΠ ετησίως κατά τον προβλεπόμενο ορίζοντα (2025-2027). Μετά τη μερική πρόωρη αποπληρωμή της Δανειακής Διευκόλυνσης για την Ελλάδα (GLF) το 2023 και το 2024, η οποία επιτάχυνε την αποπληρωμή δανείου ύψους 13,2 δισεκατομμυρίων ευρώ, οι χρηματοδοτικές ανάγκες για την περίοδο 2024-2028 έχουν μειωθεί.

Οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες αναμένεται να παραμείνουν μέτριες, λόγω των χαμηλότερων χρεολυσίων και των προβλεπόμενων πλεονασμάτων του προϋπολογισμού. Τα ταμειακά αποθέματα της κυβέρνησης (όπως μετρώνται από τις καταθέσεις της γενικής κυβέρνησης) είναι από τα υψηλότερα στην ΕΕ, ανερχόμενα σε 42 δισεκατομμύρια ευρώ ή 16,7% του ΑΕΠ (Ιούνιος 2025). Οι αρχές σκοπεύουν να συνεχίσουν να πραγματοποιούν πρόωρες αποπληρωμές του Γενικού Χρηματοοικονομικού Δανείου (GLF) το 2025 και μετά.

Η διαχείριση του δημόσιου χρέους επικεντρώνεται στην επιμήκυνση της διάρκειας και στην εξομάλυνση του προφίλ αποπληρωμής του δημόσιου χρέους. Η σταθμισμένη μέση διάρκεια του δημόσιου χρέους της Ελλάδας παρέμεινε μεγάλη, περίπου 20 έτη. Η πρόσβαση της Ελλάδας στην αγορά παρέμεινε ισχυρή.

Οι περισσότεροι μεγάλοι οίκοι αξιολόγησης όρισαν την αξιολόγηση της Ελλάδας κατά μία βαθμίδα πάνω από την επενδυτική βαθμίδα, με σταθερή προοπτική. Η Ελλάδα ολοκλήρωσε το μεγαλύτερο μέρος του χρηματοδοτικού της σχεδίου για το 2025 ήδη από τους πρώτους τέσσερις μήνες του έτους. Ως εκ τούτου, έχει εκδώσει μία μόνο ομολογιακή έκδοση ύψους 250 εκατομμυρίων ευρώ από τον Απρίλιο του 2025.

Οι εκδόσεις εντόκων γραμματίων παρέμειναν ένα βασικό εργαλείο χρηματοδότησης βραχυπρόθεσμου χρέους, με τακτικές δημοπρασίες καθ' όλη τη διάρκεια του έτους. Παρά την αυξημένη μεταβλητότητα στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, τα spreads των ελληνικών κρατικών ομολόγων έναντι των 10ετών γερμανικών ομολόγων έχουν παραμείνει σχετικά σταθερά από τον Απρίλιο του 2025, κατά μέσο όρο περίπου 70 μονάδες βάσης. Το επιτόκιο αναχρηματοδότησης παρέμεινε επίσης αμετάβλητο στο 3,2% (10ετής λήξη, Σεπτέμβριος 2025).

Η Ελλάδα διατηρεί την ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους της. Ο δείκτης δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 154,2% του ΑΕΠ στο τέλος του 2024, σχεδόν 30 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερος από ό,τι το 2019, και αναμένεται να συνεχίσει να μειώνεται στο 138% του ΑΕΠ έως το 2027.

Σύμφωνα με την Παρακολούθηση Βιωσιμότητας Χρέους 2024 της Επιτροπής, η Ελλάδα θεωρείται ότι αντιμετωπίζει χαμηλούς κινδύνους βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Οι μεσοπρόθεσμοι κίνδυνοι εξακολουθούν να παραμένουν υψηλοί. Η Ελλάδα έχει ανεξόφλητο χρέος 31,6 δισεκατομμυρίων ευρώ στο πλαίσιο του Γενικού Χρηματοοικονομικού Πλαισίου (GLF). Οφείλει 59,8 δισεκατομμύρια ευρώ στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ) και 141,3 δισεκατομμύρια ευρώ στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ).

Η αποπληρωμή του κεφαλαίου του Γενικού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΓΜΧΣ) ξεκίνησε το 2020, με επιταχυνόμενη αποπληρωμή από το 2023. Η αποπληρωμή των δανείων του ΕΤΧΣ ξεκίνησε το 2023, ενώ η προγραμματισμένη αποπληρωμή των δανείων του ΕΜΣ θα ξεκινήσει μόλις το 2034.

Το μεγαλύτερο μέρος του ανεξόφλητου χρέους έχει συναφθεί με χαμηλά επιτόκια και ο κίνδυνος επιτοκίου που σχετίζεται με το ΓΜΧ αντισταθμίζεται. Επομένως, η μετακύλιση από τα υψηλότερα επιτόκια της αγοράς στα πραγματικά επιτόκια της Ελλάδας είναι χαμηλή βραχυπρόθεσμα. Αυτό, σε συνδυασμό με τις μέτριες χρηματοδοτικές ανάγκες, το μεγάλο ταμειακό απόθεμα και την αυξημένη αύξηση της δυνητικής παραγωγής, υποστηρίζει την ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους της Ελλάδας.

www.efsyn.gr


Σχολιάστε εδώ

για να σχολιάσετε το παραπάνω θέμα πρέπει να εισέλθετε


x

Τι θέλετε να αναζητήσετε;