Οι δαπάνες στέγασης απομυζούν ένα μεγάλο κομμάτι των οικογενειακών προϋπολογισμών.
Οι δαπάνες στέγασης απομυζούν ένα μεγάλο κομμάτι των οικογενειακών προϋπολογισμών.
Ηεκτόξευση των τιμών ακινήτων σε
συνδυασμό με τη μείωση της αγοραστικής δύναμης και των
πραγματικών μισθών, έχουν δημιουργήσει ένα μείγμα… απόγνωσης
και εξέχουσας δυσκολίας στην κάλυψη των δαπανών για τη
στέγαση.
Η έρευνα της REMAX είναι
αποκαλυπτική για το οξύ πρόβλημα που σχετίζεται με τις δαπάνες στέγασης, στις
οποίες εκτός από τα ενοίκια, συμπεριλαμβάνονται τα κόστη συντήρησης,
ανακαίνισης, θέρμανσης κ.α.
Συγκεκριμένα περίπου ένας στους τρεις Έλληνες (27%)
δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στο κόστος της τωρινής του κατοικίας,
έναντι 17% στο σύνολο των Ευρωπαίων, ενώ ακόμα περισσότεροι Έλληνες (34%)
αντιμετωπίζουν δυσκολίες για τους λογαριασμούς ενέργειας (στην Ευρώπη το
ποσοστό είναι 16%). Επίσης, περίπου ένας στους δέκα (11%) ξοδεύει
πάνω από το 50% του εισοδήματός του σε στέγαση και λογαριασμούς,
κάτι που επηρεάζει αρνητικά τα επίπεδα στεγαστικής ικανοποίησης.
Οι οικονομικές αυτές πιέσεις
επηρεάζουν τον τρόπο ζωής των Ελλήνων. Συγκεκριμένα, το 15% των ενηλίκων
στην Ελλάδα δηλώνει ότι ζει με τους γονείς του (Ευρώπη: 12%) και το 59% αυτών
δηλώνουν ότι δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά ενοίκιο ή αγορά σπιτιού.
Επιπλέον, οι Έλληνες αγοράζουν το πρώτο τους σπίτι σε μεγαλύτερη ηλικία, με
μέσο όρο τα 35 έτη, σε σύγκριση με τα 31 έτη στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Η οικογενειακή στήριξη, στην
Ελλάδα, είναι ιδιαίτερα εμφανής και όταν έρχεται η στιγμή για αγορά πρώτης
κατοικίας. Μεταξύ των ιδιοκτητών, το 31% των Ελλήνων έλαβαν κληρονομιά
και το 38% χρηματικές δωρεές—ποσοστά υψηλότερα από τους αντίστοιχους
ευρωπαϊκούς μέσους όρους (22% και 26% αντίστοιχα), ενώ το 25% των Ελλήνων
(έναντι 41% στην Ευρώπη) δηλώνουν ότι δεν συνέβαλε η οικογένειά τους σε αγορά
κατοικίας.
Τέλος, ένας στους πέντε Έλληνες
(20%) αναμένει να μετακομίσει μέσα στο 2026 και το 36% δηλώνει ότι θα σκεφτόταν
να μετακομίσει σε άλλη χώρα για καλύτερη ποιότητα ζωής.
Το 35% του εισοδήματος πάει στη στέγαση
Οι δαπάνες για τη στέγαση έχουν αυξηθεί σημαντικά τα
τελευταία χρόνια, γεγονός που καταδεικνύει ότι το στεγαστικό πρόβλημα παραμένει
δυνητική εστία μακρο-χρηματοπιστωτικής αστάθειας. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση
του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, το 2024, στην Ελλάδα, το ποσοστό δαπανών στέγασης στο διαθέσιμο
εισόδημα ανερχόταν στο 35,5%. Η τιμή αυτή, αν και μειωμένη
συγκριτικά με το 2019, παραμένει με διαφορά η υψηλότερη μεταξύ των κρατών-μελών
της ΕΕ.
Αξιοσημείωτο είναι ότι τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά στην
Ελλάδα δαπανούσαν το 51,1% του διαθέσιμου εισοδήματός τους, για να καλύψουν τις στεγαστικές ανάγκες τους, ενώ
τα τετραμελή νοικοκυριά, που αποτελούνται από δύο ενήλικες με δύο εξαρτώμενα
παιδιά, δαπανούσαν το 34,8% του διαθέσιμου εισοδήματός τους.
Οι επιδόσεις αυτές αποτελούν τις
χειρότερες επιδόσεις μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.
Σχολιάστε εδώ
για να σχολιάσετε το παραπάνω θέμα πρέπει να εισέλθετε