Ένα θολό και αδιαφανές «κουβάρι» συνδέει τις 4 συστημικές τράπεζες, τις
εισπρακτικές εταιρείες (servicers) και τα funds με άγνωστους ιδιοκτήτες που
έχουν αγοράσει «κοψοχρονιά» κόκκινα δάνεια ύψους 80 δισ. ευρώ.
Παρά τις θριαμβευτικές εξαγγελίες των συστημικών τραπεζών τα τελευταία
χρόνια ότι οι ισολογισμοί τους εξυγιάνθηκαν από τα κόκκινα δάνεια, η αλήθεια είναι ότι το πρόβλημα
παραμένει άλυτο και «κακοφορμίζει», αλλά απλά μεταφέρθηκε σε αδιαφανή funds, τα
οποία εδρεύουν στο εξωτερικό, υπό καθεστώς ανωνυμίας και συνεργάζονται με τις
εισπρακτικές εταιρείες, τους λεγόμενους servicers.
Το τελευταίο διάστημα, μάλιστα, ήρθαν στο
φως καταγγελίες για τριγωνικές συναλλαγές μεταξύ τραπεζών, servicers και funds για
αγορές ακινήτων που βγαίνουν σε πλειστηριασμούς, αγοράζονται φτηνά από
εταιρείες που συνδέονται με τις τράπεζες και στη συνέχεια μεταπωλούνται σε
υψηλότερες τιμές.
Κι αυτό ενώ ήδη εξαρχής τα funds αγόρασαν τα δάνεια κοψοχρονιά, σε τιμές
4-50% της ονομαστικής αξίας τους, αλλά κυνηγούν τους δανειολήπτες, μέσω των
εισπρακτικών, για να εξοφλήσουν το 100%.
Ο μηχανισμός για την πώληση των κόκκινων δανείων και
την δήθεν «εξυγίανση» των τραπεζικών ισολογισμών, χρηματοδοτήθηκε με κρατικές
εγγυήσεις άνω των 20 δισ. ευρώ, του σχεδίου που ονομάστηκε «Ηρακλής».
Αυτό σημαίνει ότι οι άγνωστοι «επενδυτές» έχουν εγγυημένα κέρδη, αφού εάν
οι εισπρακτικές εταιρείες δεν καταφέρουν να πιάσουν τους εισπρακτικούς στόχους
για να εξοφλήσουν τα funds που έχουν αγοράσει τα δάνεια, τότε θα πληρώσει τα
σπασμένα το Κράτος.
Για το θέμα των τριγωνικών συναλλαγών σε πλειστηριασμούς, ο κυβερνητικός
εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης απάντησε
σε σχετική ερώτηση την περασμένη εβδομάδα παραπέμποντας στη Δικαιοσύνη.
Οι συστημικές τράπεζες με ανώνυμες δηλώσεις εξέφρασαν «δυσαρέσκεια» και με
επιστολή της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών προς την κυβέρνηση και την ΤτΕ
υποστήριξαν ότι τέτοιες συναλλαγές γίνονται μέσω θυγατρικών οι οποίες αγοράζουν
τα ακίνητα όταν δεν υπάρχει ενδιαφέρον προκειμένου να μην βγαίνουν άγονοι οι
πλειστηριασμοί.
Και τούτο, όπως υποστήριξαν, ώστε να προκύπτουν έσοδα, να αποπληρώνονται τα
ξένα funds που έχουν αγοράσει τα δάνεια και έτσι να μην καταπέσουν οι κρατικές
εγγυήσεις και χρειαστεί να πληρώσει το ελληνικό Δημόσιο.
Στην απάντησή του για τις τριγωνικές συναλλαγές ο κυβερνητικός εκπρόσωπος
Παύλος Μαρινάκης, είχε αναφέρει:
«Πρώτον, εφόσον όλα αυτά τα οποία λέτε ισχύουν και δεν έχω λόγο να τα
αμφισβητήσω, αλλά δεν είναι και δουλειά μου να τα αξιολογήσω ούτε της
Κυβέρνησης, προφανώς είναι δουλειά της Δικαιοσύνης να επέμβει, όπως εκείνη
αξιολογεί, κρίνει και εκείνη να αποφασίσει».
Μετά την απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου, οι τράπεζες έσπευσαν μέσω
ανεπίσημων δηλώσεων να εκφράσουν «δυσαρέσκεια», ενώ με επιστολή της Ελληνικής
Ένωσης Τραπεζών προς την κυβέρνηση και την Τράπεζα της Ελλάδος επιχείρησαν να
αποποιηθούν των όποιων ευθυνών, υποστηρίζοντας ότι τα έσοδα από τις
αγοραπωλησίες ακινήτων μέσω θυγατρικών εξοφλούν τις κρατικές εγγυήσεις και δεν
αποτελούν έσοδο για τις τράπεζες.
Εδώ, όμως, βρίσκεται και η καρδιά του
προβλήματος, το οποίο έχει να κάνει με τους στόχους που έχουν θέσει οι
εισπρακτικές για τις εισπράξεις από τα κόκκινα δάνεια.
Για να πουλήσουν τα κόκκινα δάνεια, οι τράπεζες τα «πακετάρισαν» σε ομόλογα
και σε εταιρείες σφραγίδες (εταιρείες ειδικού σκοπού) τα οποία πούλησαν
κοψοχρονιά, στο 5-40% της ονομαστικής αξίας των δανείων, σε άγνωστους
επενδυτές, οι οποίοι στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι κι αυτοί εταιρείες
σφραγίδες, που εδρεύουν στην Ιρλανδία, αγνώστων ιδιοκτητών και λοιπών
στοιχείων.
Για να αποπληρώνονται αυτοί οι άγνωστοι «επενδυτές», οι εισπρακτικές έχουν
αναλάβει τη διαχείριση των δανείων, και εισπράττουν έσοδα είτε με ρυθμίσεις,
είτε με πλειστηριασμούς τα οποία αποδίδουν στα funds.
Οι εισπρακτικοί στόχοι που εμφάνισαν οι εισπρακτικές όταν μεταβιβάστηκαν τα
δάνεια στα funds ήταν σκόπιμα «φουσκωμένοι» έτσι ώστε η εισπρακτέα αξία των
δανείων να εμφανιστεί μεγαλύτερη και οι τράπεζες να διαγράψουν λιγότερα
κεφάλαια κατά τη συναλλαγή.
Επιπλέον, ενώ υποτίθεται ότι όλο αυτό το σύστημα δημιουργήθηκε για να
γίνουν ρυθμίσεις, κουρέματα και αναδιαρθρώσεις στα κόκκινα δάνεια από τις
εισπρακτικές που υποτίθεται ότι δεν δεσμεύονται από τους αυστηρούς τραπεζικούς
κανόνες, αυτό δεν συνέβη.
Οι εισπρακτικές κάνουν ρυθμίσεις με το σταγονόμετρο ενώ ακόμα και αυτές που
συνάπτουν είναι με υψηλές δόσεις, δυσβάστακτες για τους δανειολήπτες, έτσι ώστε
να εμφανίζονται αρχικά υψηλές εισπράξεις, αλλά στην πορεία σε μεγάλο ποσοστό
βγαίνουν αδιέξοδες και εγκαταλείπονται.
Όσο για τους πλειστηριασμούς, οι περισσότεροι καταλήγουν άγονοι, διότι οι
ενδιαφερόμενοι δεν έχουν δυνατότητα να επισκεφτούν τα ακίνητα, αφού οι
πλειστηριασμοί γίνονται ηλεκτρονικά και στις περισσότερες περιπτώσεις οι
ένοικοι μένουν μέσα οπότε ουδείς αγοράζει «γουρούνι στο σακί», ενώ και οι
περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν να πάρουν σε πλειστηριασμό ένα σπίτι που μένει
κάποιος άλλος για να τον εκδιώξουν.
Έτσι, οι τράπεζες και οι εισπρακτικές δημιούργησαν την «πατέντα» των
ειδικών θυγατρικών («εταιρείες ειδικού σκοπού απόκτησης ακινήτων» REOCOs) που
παρεμβαίνουν στους πλειστηριασμούς και αγοράζουν τα ακίνητα, υποτίθεται για να
μην βγουν άγονοι οι πλειστηριασμοί, συνήθως στο 50% της τιμής εκκίνησης.
Στη συνέχεια, τα ακίνητα τακτοποιούνται πολεοδομικά, από τις θυγατρικές των
τραπεζών και πωλούνται μέσω μεσιτικών γραφείων σε πολύ υψηλότερες τιμές.
Όμως το επιχείρημα αυτό παραγνωρίζει το γεγονός όλο το σύστημα των
τιτλοποιήσεων και των κρατικών εγγυήσεων ακόμα κι αν δεν είναι άμεσο λογιστικό
έσοδο αποφέρει σημαντικό όφελος στις τράπεζες. Χωρίς τις τιτλοποιήσεις με
κρατική εγγύηση οι τράπεζες όχι μόνο δεν θα είχαν εμφανίσει κέρδη αλλά ίσως να
μην είχαν και επαρκή κεφάλαια.
Επιπλέον, οι διευκολύνσεις αυτές θεσμοθετήθηκαν με σκοπό να εξυπηρετηθεί το
ευρύτερο δημόσιο συμφέρον, και η κατά το δυνατόν ομαλότερη διευθέτηση των
κόκκινων δανείων με ρυθμίσεις και αναδιαρθρώσεις.
Αντί για ρυθμίσεις, κουρέματα και αναδιαρθρώσεις, όμως, προέκυψε μια
βιομηχανία πλειστηριασμών που καταλήγουν σε εκποίηση ακινήτων στο 50% των τιμών
εκκίνησης, μέσα σε συνθήκες αδιαφάνειας, αφού κανείς δεν γνωρίζει την ταυτότητα
των «επενδυτών» που κρύβονται πίσω από τα funds που αγόρασαν τα κόκκινα δάνεια.
Οι «επενδυτές» αυτοί είναι οι εντολείς των
εισπρακτικών και τους δίνουν οδηγίες για το είδος των ρυθμίσεων που θα κάνουν
(ή δεν θα κάνουν) στα δάνεια και το βαθμό πίεσης που θα ασκήσουν προς τους
δανειολήπτες.
Το άλλο θολό σημείο των συναλλαγών με τα ακίνητα, είναι ότι στην
πραγματικότητα όλα γίνονται μεταξύ εταιρειών που συνδέονται μεταξύ τους, όσο κι
αν παρουσιάζονται ως ανεξάρτητες.
Και μάλιστα, υπό συνθήκες σκληρού καρτέλ, για τις Εισπρακτικές αφού μόνο
τρεις εταιρείες ελέγχουν το 87% της αγοράς.
Ενώ οι Εισπρακτικές, οι Τράπεζες και τα Funds εμφανίζονται ως ανεξάρτητες
μονάδες που λειτουργούν με κανόνες ελεύθερης αγοράς, είναι όλες συνδεδεμένες
μεταξύ τους μετοχικά, αλλά και λειτουργικά.
Άλλωστε, τα στελέχη και το προσωπικό των Εισπρακτικών προέρχεται από τις
συστημικές τράπεζες.
Οι μέτοχοι των Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων, των servicers είναι:
- Η Intrum Hellas ανήκει κατά 80% στον
σουηδικό όμιλο Intrum AB και κατά 20% στην Τράπεζα Πειραιώς.
- Η Cepal Holdings 80% ανήκει σε εταιρεία που διαχειρίζεται η Davidson
Kempner Capital Management LP, ενώ η Alpha Bank κατέχει το 20% των
μετοχών.
- Η doValue Greece ανήκει κατά 80% στον
ιταλικό όμιλο doValue S.p.A. και κατά 20% στη Eurobank. Η doValue Greece
διαχειρίζεται κόκκινα δάνεια της Εθνικής Τράπεζας ενώ Bain Capital Credit
είναι επενδυτής στα κόκκινα δάνεια της τελευταίας.
Σχολιάστε εδώ
για να σχολιάσετε το παραπάνω θέμα πρέπει να εισέλθετε