Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο η Αμερική είχε ουσιαστικά το «μονοπώλιο» στην επιβολή ισχυρών κυρώσεων. Τα δεδομένα όμως, έχουν αλλάξει. Ιράν και Κίνα το απέδειξαν.
Το αποτελεσματικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν έχει προκαλέσει σοκ σε όλη την παγκόσμια οικονομία.
Η ιρανική απειλή για τη ναυτιλία στον Περσικό Κόλπο θεωρείται ευρύτερα ως ασύμμετρα αντίποινα κατά των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Αλλά το Ιράν έχει στην πραγματικότητα αντιγράψει μια τακτική που η Αμερική εφαρμόζει πολύ καιρό στη χρήση των κυρώσεων: έχει μετατρέψει μια βασική στενωπό της παγκόσμιας οικονομίας σε όπλο για να αναγκάσει τους αντιπάλους του να αποκλιμακώσουν.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η κυβέρνηση Τραμπ έχει αντιμετωπίζει αντίδραση από αντίπαλο που απαντά με δικά του οικονομικά όπλα. Μετά την επιστροφή του στον προεδρικό θώκο, ο Τραμπ ξεκίνησε μια επίθεση κατά του παγκόσμιου εμπορικού συστήματος επιβάλλοντας βαρείς δασμούς σε εχθρούς και φίλους.
Αρκετοί σύμμαχοι των ΗΠΑ υπέκυψαν και υπέγραψαν γρήγορα εμπορικές συμφωνίες για να διατηρήσουν τη σχέση τους με την Ουάσιγκτον. Αλλά δεν συγκατένευσαν όλες οι χώρες. Η Κίνα έμεινε ανυποχώρητη και εξαπέλυσε αντεπίθεση.
Όταν αποκαλύφθηκαν οι νέοι περιορισμοί στις αμερικανικές εξαγωγές στα τέλη του 2025, το Πεκίνο απάντησε επιβάλλοντας περιορισμούς στις δικές του εξαγωγές επεξεργασμένων σπάνιων γαιών.
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Αμερική είχε ουσιαστικά το μονοπώλιο των μεγάλων κυρώσεων. Αυτό δεν ισχύει πλέον. Το Ιράν και η Κίνα έχουν δείξει τώρα πως η εποχή της αμερικανικής κυριαρχίας στον οικονομικό πόλεμο έχει τελειώσει.
Το όπλο των κινεζικών κρίσιμων μετάλλων έπληξε τους Αμερικανούς κατασκευαστές στους τομείς της άμυνας, της αεροδιαστημικής και των αυτοκινήτων, οδηγώντας σε καθυστερήσεις και σε περικοπές παραγωγής στη Βόρεια Αμερική και αλλού.
Η πίεση της Κίνας στις αμερικανικές αλυσίδες προμήθειας τελικά ανάγκασε τον Τραμπ σε οικονομική αποκλιμάκωση. Η συμφωνία που έκλεισε με τον Σι Τζινπίνγκ στη Νότια Κορέα τον Οκτώβριο του 2025 αντιστοιχούσε σε μια σινοαμερικανική ανακωχή στον οικονομικό εξαναγκασμό. Μέχρι στιγμής φαίνεται πως η ανακωχή κρατάει.
Τώρα, με το ξεκίνημα ενός ακόμα αμερικανικού πολέμου στη Μέση Ανατολή, ο Τραμπ έχει εξαπολύσει πολύ μεγαλύτερους κινδύνους. Όλος ο κόσμος βιώνει τη ζημιά που μπορεί να επιφέρει ο ευρείας βάσης οικονομικός εξαναγκασμός.
Κινούμενες από τις κυρώσεις «μέγιστης πίεσης» στο Ιράν, στον ανοιχτό πόλεμο, οι ΗΠΑ ώθησαν τους Ιρανούς να χρησιμοποιήσουν ένα δικό τους οικονομικό όπλο –να αποκόψουν το 20% της παγκόσμιας ροής πετρελαίου και φυσικού αερίου και το ένα τρίτο του παγκόσμιου εμπορίου λιπασμάτων που περνά από τα Στενά του Ορμούζ και να ενισχύσουν αυτό το κλείσιμο με πυραύλους, drones και νάρκες.
Τι σημαίνει για την παγκόσμια οικονομία το τέλος της μονοπολικής εποχής στον οικονομικό πόλεμο; Κατ’ αρχάς, είναι προφανές πως οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους θα αντιμετωπίσουν σκληρούς συμβιβασμούς, ιδιαίτερα όταν θελήσουν να χρησιμοποιήσουν κυρώσεις στην πετρελαϊκή αγορά.
Το μπλόκο του Ιράν έχει προκαλέσει τόσο μεγάλο σοκ στις τιμές ενέργειας που η κυβέρνηση Τραμπ έχει προσωρινά χαλαρώσει τις κυρώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο. Η ΕΕ, που μόλις πρόσφατα πανηγύρισε την επικείμενη αποσύνδεσή της από το ρωσικό αέριο, μπορεί τώρα να χρειαστεί να αγοράζει ενέργεια από τη Ρωσία για να αποφύγει την οικονομική ζημιά.
Η αντιμετώπιση του ενεργειακού όπλου που χρησιμοποιεί η Τεχεράνη έχει, ως εκ τούτου, καταστήσει αναγκαία την αποκλιμάκωση του οικονομικού πολέμου με τη Μόσχα. Αλλά αν και οι χώρες καταφεύγουν στην οικονομική πίεση συχνότερα, αυτό δεν σημαίνει πως θα τα πάνε καλύτερα από τις ΗΠΑ. Η αποτυχία των κυρώσεων είναι ένα ευρύ φαινόμενο.
Ο οικονομικός αποκλεισμός του Κατάρ από τους γείτονές του στον Περσικό Κόλπο το 2017 και 2021 ήταν ανεπιτυχής. Οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν από την Οικονομική Κοινότητα των Κρατών της Δυτικής Αφρικής (Ecowas) έχουν αποτύχει να αποκαταστήσουν τις σχέσεις με τις στρατιωτικές χούντες στο Μάλι, την Μπουρκίνα Φάσο και τον Νίγηρα.
Και η χρήση των ελέγχων στις εξαγωγές σπάνιων γαιών από την Κίνα κατά της Ιαπωνίας και η απαγόρευση εισαγωγών άνθρακα από την Αυστραλία έχουν κάνει το Τόκιο και την Καμπέρα περισσότερο –και όχι λιγότερο- ανταγωνιστικά έναντι του Πεκίνου.
Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη. Καθ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας του οικονομικού εξαναγκασμού, η διαρκής χρήση κυρώσεων συχνά έχει αναγκάσει τα κράτη που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο να αυξήσουν την αυτάρκειά τους και να βρουν νέους εταίρους. Η διαφοροποίηση των εμπορικών μοτίβων αποδυναμώνει τις επιπτώσεις της πίεσης με την πάροδο του χρόνου.
Μετά το 2022 η Ρωσία επαναπροσανατόλισε το εμπόριό της προς τις ασιατικές οικονομίες για να αποφύγει τις κυρώσεις. Οι κινεζικές εταιρείες έχουν αντιδράσει στους αμερικανικούς δασμούς μεταφέροντας την παραγωγή στο εξωτερικό και άμβλυναν τις επιπτώσεις του πλήγματος των εξαγωγικών ελέγχων στα τσιπ επιταχύνοντας την εγχώρια καινοτομία.
Στη σημερινή παγκόσμια οικονομία που έχει «φράξει» από τις κυρώσεις, η περισσότερη πίεση μπορεί να σημαίνει φθίνουσες αποδόσεις.
Πράγματι, η πολιτική και διπλωματική χρησιμότητα των κυρώσεων φθίνει. Για πολύ καιρό, μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως οι κυρώσεις, παρά το ελαττωματικό τους ιστορικό, ήταν τουλάχιστον μια προτιμητέα εναλλακτική του ανοικτού πολέμου.
Μετά τις αμερικανικές επιθέσεις στη Βενεζουέλα και στο Ιράν, αυτός ο ισχυρισμός δεν φαίνεται πλέον πειστικός. Αντί να αποτρέπουν τις στρατιωτικές ενέργειες, οι κυρώσεις πλέον ανοίγουν συχνά τον δρόμο για βίαιη κλιμάκωση. Ένας κόσμος επίμονων οικονομικών πολέμων, αργά ή γρήγορα, θα εκτραπεί σε πραγματική πολεμική σύρραξη.
* Ο συγγραφέας του άρθρου είναι επίκουρος καθηγητής του Cornell University, συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο «The Economic Weapon: the rise of sanctions as a tool of modern war»

FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation
Σχολιάστε εδώ
για να σχολιάσετε το παραπάνω θέμα πρέπει να εισέλθετε