Με συνέπεια και Ανεξάρτητο λόγο Κινούμαστε Δυναμικά

Για ένα Απαλλαγμένο απο κομματικές εξαρτήσεις ΟΕΕ

Για την Αναβάθμιση της Οικονομικής Επιστήμης

Για Επαγελματική Αξιοπρέπεια

Ζηλεύουν τον μισθό... Βουλγαρίας οι Ελληνες δημόσιοι υπάλληλοι


Από το 2025 οι μέσες αποδοχές των Ελλήνων δημοσίων υπαλλήλων και η αγοραστική τους δύναμη είναι στην τελευταία θέση της Ευρώπης.

Φτωχοί και χωρίς προοπτική μισθολογικής εξέλιξης είναι οι εργαζόμενοι στον ελληνικό δημόσιο τομέα. Ενα τοπίο οικονομικής στασιμότητας αποτυπώνει η ανάλυση του προέδρου του Κοινωνικού Πολύκεντρου της ΑΔΕΔΥ, Γιώργου Γιούλου, για τις μέσες αποδοχές των υπαλλήλων της κεντρικής δημόσιας διοίκησης, που παρουσιάζει σήμερα η «Εφ.Συν.».

Με τους Ελληνες δημόσιους υπαλλήλους να έχουν τους χαμηλότερους μισθούς συγκριτικά με τους συναδέλφους τους στην υπόλοιπη Ευρώπη, η μισθολογική πολιτική της κυβέρνησης υπονομεύει -έως και ακυρώνει- τη λογική του ενιαίου μισθολογίου, παραμερίζοντας ως μισθολογικά κριτήρια την προϋπηρεσία και το επίπεδο εκπαίδευσης. Ως εκ τούτου, αλλοιώνονται όποια χαρακτηριστικά «συστήματος καριέρας» υφίστανται στο ελληνικό Δημόσιο, με τους υπάλληλους να στερούνται κινήτρων σταδιοδρομίας, έως και παραμονής. Εξ ου και έχουν αρχίσει και καταγράφονται τάσεις φυγής και άρνησης διορισμών - φαινόμενο που ενισχύεται σε κρίσιμους κοινωνικά τομείς, όπως του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος.

Από τα μνημόνια

Με τα μνημονιακά μέτρα οι υπάλληλοι του ελληνικού Δημοσίου υπέστησαν μειώσεις που υπολογίζονται σε 35-40%. Οι μισθοί τους παραμένουν έως σήμερα στάσιμοι, παρότι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες (συμπεριλαμβανομένων όσων εφάρμοσαν περιοριστικές πολιτικές, όπως η Κύπρος, η Ισπανία, η Πορτογαλία) αυξήθηκαν οι αποδοχές των υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης. Από το 2025 οι μέσες αποδοχές των Ελλήνων δημοσίων υπαλλήλων και η αγοραστική τους δύναμη είναι στην τελευταία θέση της Ευρώπης, χαμηλότερα και από χώρες όπως είναι η Βουλγαρία και η Ρουμανία.

Ταυτόχρονα, όχι μόνο έχουν αντιστραφεί οι «ρόλοι», αλλά και ανοίγει η «ψαλίδα» των αποδοχών μεταξύ εργαζομένων σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, καθώς οι πρώτοι στερούνται του 13ου και του 14ου μισθού, δηλαδή των επιδομάτων καλοκαιρινής αδείας, Πάσχα και Χριστουγέννων. Ετσι, εάν κάποιος προσαρμόσει τους 14 μισθούς ενός εργαζόμενου στον ιδιωτικό τομέα που αμείβεται με κατώτατο μισθό σε 12μηνη βάση, οι μηνιαίες αποδοχές του θα είναι υψηλότερες από έναν υπάλληλο που αμείβεται με τον κατώτατο (εισαγωγικό) μισθό στον δημόσιο τομέα.

Σε ένα τέτοιο σκηνικό, η κυβέρνηση έχει χορηγήσει τρεις διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού, που προσθέτουν τα εξής ποσά στις μεικτές αποδοχές των δημόσιων υπαλλήλων: 1η αύξηση: 70 ευρώ, 2η: 30 ευρώ, 3η: 40 ευρώ. Επομένως, από τα 780 ευρώ μεικτά το 2023, ο εισαγωγικός μισθός των δημοσίων υπαλλήλων βρίσκεται σήμερα στα 920 ευρώ μεικτά. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για αυξήσεις αναιμικές, που υπολείπονται της ανοδικής πορείας του πληθωρισμού, ενώ έχουν χαρακτηριστεί από συνδικαλιστικούς εκπροσώπους των δημοσίων υπαλλήλων «ψίχουλα» και «αυξήσεις-κοροϊδία», καθώς εξανεμίζονται από την ακρίβεια.

Αυτές οι αυξήσεις έχουν χορηγηθεί οριζόντια (σε απόλυτο αριθμό ποσών) στους δημόσιους υπαλλήλους, χωρίς όμως να προσαρμόζονται στα μισθολογικά τους κλιμάκια με βάση την προϋπηρεσία και την κατηγορία εκπαίδευσης, «παρακούοντας» τη λογική πάνω στην οποία έχει διαμορφωθεί το υφιστάμενο ενιαίο μισθολόγιο του Δημοσίου. Το αποτέλεσμα είναι να εφαρμόζεται μια «δομική αδικία», σύμφωνα με τον κ. Γιούλο. Σε επίπεδο ποσοστών, οι αυξήσεις μειώνονται καθώς ένας δημόσιος υπάλληλος ανεβαίνει μισθολογικό κλιμάκιο με βάση την προϋπηρεσία του ή έχει υψηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο.

Ενδεικτικά: η αύξηση που χορηγήθηκε από 1ης Απριλίου ανέρχεται ποσοστιαία στο 4,54% για έναν νεοεισερχόμενο υπάλληλο υποχρεωτικής εκπαίδευσης (Υ.Ε.), συγκριτικά με τις μεικτές αποδοχές που είχε προηγουμένως. Ενας συνάδελφός του ίδιας εκπαιδευτικής κατηγορίας, με 36 χρόνια προϋπηρεσίας (13ο μισθολογικό κλιμάκιο), βλέπει αυξήσεις στις μεικτές αποδοχές του ύψους 2,86%.

Αντίστοιχα, ένας νεοεισερχόμενος υπάλληλος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (Δ.Ε.) είδε αύξηση 4,17% στις μεικτές του αποδοχές, τη στιγμή που για έναν συνάδελφό του Δ.Ε. με 36 χρόνια προϋπηρεσίας η αύξηση ήταν 2,25%.

Ακόμη μικρότερα ήταν τα ποσοστά των αυξήσεων για τη μεγαλύτερη σε αριθμό δημοσίων υπαλλήλων εκπαιδευτική κατηγορία, αυτούς που έχουν τελειώσει Πανεπιστήμιο (Π.Ε. - Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση): αυξήθηκαν 3,35% οι μεικτές αποδοχές ενός νεοδιοριζόμενου και μόλις 1,77% κάποιου με 36 χρόνια προϋπηρεσίας που ανήκει στο 19ο μισθολογικό κλιμάκιο.

Με δυο λόγια: σε επίπεδο ποσοστών οι αυξήσεις είναι αντιστρόφως ανάλογες των τυπικών προσόντων και της εμπειρίας. «Αντιστρέφεται ουσιαστικά η λογική συγκρότησης του ενιαίου μισθολογίου, που έχει “χτιστεί” ως σύστημα αμοιβών, ως σύστημα καριέρας, δίνοντας προτεραιότητα στο επίπεδο εκπαίδευσης και στην προϋπηρεσία», σχολιάζει ο κ. Γιούλος στην «Εφ.Συν.».

Ο πρόεδρος του Κοινωνικού Πολύκεντρου της ΑΔΕΔΥ συμφωνεί ότι αυτό το σκηνικό δημιουργεί τάσεις αποχώρησης από τον δημόσιο τομέα και παραπέμπει στην κατάσταση που έχει διαμορφωθεί με τις προκηρύξεις του ΑΣΕΠ. Ενα σημαντικό ποσοστό διοριστέων καταλήγει να αρνείται την ανάληψη καθηκόντων όταν αντιλαμβάνεται το πώς έχει το μισθολογικό τοπίο στον δημόσιο τομέα. Εκτιμάται ότι σε ορισμένες προκηρύξεις, μπορεί να είναι έως και ένας στους τρεις επιτυχόντες ή νεοδιοριστέους που αρνούνται τελικά τον διορισμό ή παραιτούνται μετά από λίγο καιρό. Το θέμα αυτό το έχει θίξει ο πρόεδρος του ΑΣΕΠ Θάνος Παπαϊωάννου με αρθρογραφία του, τονίζοντας ότι «το Δημόσιο πρέπει να γίνει πιο ελκυστικό από κάθε άποψη».

Η μεγάλη φυγή

Οι παραπάνω αρνήσεις διορισμού μπορούν να έχουν ευρύτερο κοινωνικό αντίκτυπο. Ουκ ολίγες είναι οι περιπτώσεις εκπαιδευτικών που διορίστηκαν μακριά από τον τόπο καταγωγής τους και αρνήθηκαν εν τέλει τον διορισμό τους, διαπιστώνοντας ότι οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές τους είναι ουσιαστικά ίσες με το ενοίκιο που καλούνται να καταβάλουν για να εγκατασταθούν και να διδάξουν σε ένα σχολείο σε ένα νησί.

Η ανάλυση του προέδρου του Κοινωνικού Πολύκεντρου της ΑΔΕΔΥ αναδεικνύει ένα γενικότερο σκηνικό κατακερματισμού του εισοδήματος των δημόσιων υπαλλήλων και ανατροπής της λογικής του ενιαίου μισθολογίου. Επικαλείται στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών σύμφωνα με τα οποία οι αυξήσεις που έχουν χορηγηθεί στους δημοσίους υπαλλήλους μεταξύ 2023-2026 ανέρχονται σε 3,3 δισ. ευρώ. Από αυτά, με βάση τα δελτία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, το 1,6 δισ. ευρώ είναι αυτό που αφορά τις αυξήσεις για το σύνολο των εργαζομένων στο Δημόσιο (συμπεριλαμβανομένων ασφαλιστικών εισφορών) και όχι κάποιες επιμέρους υποκατηγορίες.

«Τα υπόλοιπα 1,7 δισ. ευρώ αποτελούν παρεμβάσεις που είτε αφορούν συγκεκριμένες υποκατηγορίες των εργαζομένων (ένστολοι), είτε αφορούν αυξήσεις άλλων παροχών που επίσης δεν είναι καθολικές (επίδομα παραμεθορίου)», αναφέρεται στην ανάλυση. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν «περιοχές» εργασίας στον δημόσιο τομέα με υπαλλήλους που δεν έχουν να περιμένουν πρόσθετες ενισχύσεις εισοδήματος. Τέτοιο παράδειγμα αποτελούν οι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι δεν αμείβονται για εργασία κατά το σαββατοκύριακο ή δεν παίρνουν νυχτερινά κ.λπ. «Πέρα από την ασφάλεια, είναι και η δημόσια εκπαίδευση και η δημόσια υγεία που περιλαμβάνονται στις βασικές λειτουργίες του κράτους», επισημαίνει με νόημα ο κ. Γιούλος. «Απαιτείται μια ουσιαστική αύξηση των αποδοχών στο Δημόσιο, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής πολιτικής για την ενίσχυση των εισοδημάτων των εργαζομένων και, επίσης, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής σύγκλισης – να μην είναι οι εργαζόμενοι στο ελληνικό δημόσιο στην κατώτερη ευρωπαϊκή θέση. Πρέπει οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο να βλέπουν ένα μέλλον μισθολογικό, να μπορούν να ζήσουν όχι μόνο στο “τώρα”, στις 17 ημέρες του μήνα, αλλά να ζήσουν αξιοπρεπώς και το μέλλον τους», τονίζει ο κ. Γιούλος.

Στην ανάλυσή του ο πρόεδρος του Κοινωνικού Πολύκεντρου της ΑΔΕΔΥ έχει καταγράψει πλήρως το πώς θα ήταν η μισθολογική κατάταξη των δημόσιων υπαλλήλων εάν ενσωματώνονταν οι τρεις αυξήσεις του κατώτατου μισθού στο ενιαίο μισθολόγιο των δημόσιων υπαλλήλων. Προτείνει επίσης να υπολογιστούν οι ετήσιες αποδοχές (14 μισθοί) του κατώτατου μισθού του ιδιωτικού τομέα σε 12μηνη βάση και αναλόγως να προσαρμοστεί ο εισαγωγικός μισθός στο Δημόσιο, «εάν δεχθούμε ότι είμαστε σε μια διαδικασία να εξισώσουμε τον μισθό σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Γιατί αυτή τη στιγμή δεν έχουμε εξίσωση, παρά μόνο ονομαστική μηνιαία αύξηση. Και αυτό δεν λέει τίποτα», συμπληρώνει ο κ. Γιούλος.

Υπενθυμίζεται ότι πάγιο αίτημα των δημόσιων υπαλλήλων είναι να επανέλθουν ο 13ος και ο 14ος μισθός, κάτι που, σύμφωνα με μελέτες, θα είχε πρόσθετα οφέλη στην οικονομία –γι’ αυτό και υποστηρίζεται και από άλλους κλάδους, όπως μικρούς και μεσαίους ελεύθερους επαγγελματίες και εμποροβιοτέχνες– αλλά συναντά την κάθετη άρνηση της κυβέρνησης.

www.efsyn.gr


Σχολιάστε εδώ

για να σχολιάσετε το παραπάνω θέμα πρέπει να εισέλθετε


x

Τι θέλετε να αναζητήσετε;