Γιατί η
συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν του 2015 «στοιχειώνει» σήμερα τον Τραμπ.
Κατηγορούσε τον Ομπάμα για
"εξευτελιστική παραχώρηση", την ακύρωσε και τώρα... ίσως αναγκαστεί
να αποδεχθεί μια παρόμοια ή χειρότερη.
Η πυρηνική συμφωνία του 2015 των
ΗΠΑ με το Ιράν δεν ήταν απλώς ένα διπλωματικό έγγραφο. Ήταν μια
προσπάθεια να αγοραστεί χρόνος, να αποφευχθεί ένας ακόμη πόλεμος στη Μέση
Ανατολή και να μπει φρένο σε ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα της σύγχρονης
διεθνούς πολιτικής: αν και πότε η Τεχεράνη θα μπορούσε να αποκτήσει πυρηνικό
όπλο.
Σήμερα, περισσότερο από μια δεκαετία αργότερα, η συμφωνία αυτή επιστρέφει στο προσκήνιο. Ο Ντόναλντ Τραμπ, στη δεύτερη θητεία του, υπόσχεται
μια «πολύ καλύτερη συμφωνία» από εκείνη που είχε
πετύχει ο Μπαράκ Ομπάμα - την ίδια
συμφωνία που ο ίδιος εγκατέλειψε το 2018. Οι επικριτές του υποστηρίζουν
πως αν δεν την είχε ακυρώσει, ίσως να είχε αποφευχθεί η νέα
στρατιωτική ένταση με το Ιράν.
Τι ακριβώς ήταν αυτή η συμφωνία και
γιατί εξακολουθεί να προκαλεί τόσο έντονες αντιδράσεις;
Διπλωματία αντί για έναν νέο πόλεμο
Όταν ο Μπαράκ Ομπάμα ανέλαβε
την προεδρία το 2009, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν
μόλις περάσει μια δεκαετία πολέμων σε Ιράκ και Αφγανιστάν. Η αμερικανική
κοινωνία ήταν κουρασμένη από στρατιωτικές επεμβάσεις και ο ίδιος είχε εκλεγεί με την υπόσχεση να κλείσει τα ανοικτά μέτωπα.
Την ίδια ώρα, η Δύση παρακολουθούσε με αυξανόμενη
ανησυχία το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Η Τεχεράνη επέμενε ότι
οι δραστηριότητές της είχαν ειρηνικούς σκοπούς: ενέργεια, ιατρική έρευνα,
τεχνολογία. Όμως, οι ίδιες υποδομές που μπορούν να στηρίξουν ένα πολιτικό
πυρηνικό πρόγραμμα, μπορούν επίσης να αξιοποιηθούν στρατιωτικά.
Ο Ομπάμα ήθελε να αποφύγει δύο σενάρια: μια
ιρανική πυρηνική βόμβα και έναν προληπτικό πόλεμο -ιδίως από το Ισραήλ- που θα
παρέσυρε και τις ΗΠΑ.
Έτσι, το 2013 άνοιξε
δίαυλο διαπραγμάτευσης με την Τεχεράνη. Ακολούθησαν περίπου 20 μήνες δύσκολων συνομιλιών ανάμεσα στο Ιράν και
τις μεγάλες δυνάμεις: ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Βρετανία,
Γαλλία, Γερμανία και Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τι προέβλεπε η συμφωνία
Η συμφωνία ονομάστηκε επίσημα Joint Comprehensive Plan
of Action (JCPOA, Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης) και υπογράφηκε τον Ιούλιο του 2015. Ό στόχος της ήταν απλός στη σύλληψη,
αλλά σύνθετος στην εφαρμογή: να κρατήσει το Ιράν τουλάχιστον έναν χρόνο μακριά από την ικανότητα
παραγωγής επαρκούς πυρηνικού υλικού για βόμβα.
Πριν από τη συμφωνία, οι
αμερικανικές υπηρεσίες εκτιμούσαν ότι το χρονικό αυτό περιθώριο είχε πέσει
στους δύο ή τρεις μήνες.
Για να αλλάξει αυτό, η Τεχεράνη αποδέχθηκε σημαντικούς περιορισμούς:
1.
Παρέδωσε περίπου το 98% των
αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου.
2.
Διέλυσε περίπου τα δύο τρίτα των
φυγοκεντρητών της.
3.
Δεσμεύθηκε να λειτουργεί μόνο 5.060
φυγοκεντρητές χαμηλής τεχνολογίας για μία δεκαετία.
4.
Δεν θα εμπλούτιζε ουράνιο στη βαριά
οχυρωμένη εγκατάσταση του Φορντό για 15 χρόνια.
5.
Ο εμπλουτισμός ουρανίου
περιοριζόταν στο 3,67%, ποσοστό κατάλληλο για πολιτική χρήση αλλά όχι για όπλα.
6.
Τροποποίησε αντιδραστήρα που
μπορούσε να παράγει πλουτώνιο κατάλληλο για στρατιωτική αξιοποίηση.
Το πιο κρίσιμο στοιχείο ήταν η επιτήρηση. Ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας
απέκτησε πρόσβαση με επιθεωρητές, κάμερες και συστηματικούς ελέγχους.
Με απλά λόγια, η συμφωνία δεν βασιζόταν στην
εμπιστοσύνη, αλλά στην επαλήθευση.
Τι κέρδισε το Ιράν
Σε αντάλλαγμα, οι ΗΠΑ και η Ε.Ε ήραν ένα
μεγάλο μέρος των οικονομικών κυρώσεων που είχαν επιβάλει στην
ιρανική οικονομία. Αυτό σήμαινε:
·
επανέναρξη νόμιμων εξαγωγών
πετρελαίου,
·
πρόσβαση στο διεθνές τραπεζικό
σύστημα,
·
δυνατότητα ξένων επενδύσεων,
·
αγορές αεροσκαφών και εξοπλισμού,
·
πρόσβαση σε δεσμευμένα κεφάλαια στο
εξωτερικό.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών εκτιμούσε τότε
ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να αξιοποιήσει περίπου 50 δισ. δολάρια παγωμένων κεφαλαίων, αν και οι
αντίπαλοι της συμφωνίας μιλούσαν για πολύ μεγαλύτερα ποσά.
Για τους υποστηρικτές της συμφωνίας, η οικονομική επανένταξη του
Ιράν θα ενίσχυε πιο μετριοπαθείς δυνάμεις στο εσωτερικό
του καθεστώτος. Για τους επικριτές, τα χρήματα αυτά
θα κατέληγαν σε περιφερειακές οργανώσεις όπως
η Χεζμπολάχ, η Χαμάς και οι Χούθι.
Γιατί υπήρξε τόσο σκληρή αντίσταση
Η συμφωνία έγινε από την πρώτη στιγμή πεδίο πολιτικής μάχης στις ΗΠΑ. Οι Ρεπουμπλικάνοι, αλλά και ο τότε πρωθυπουργός του
Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου, τη χαρακτήρισαν ιστορικό λάθος.
Το βασικό επιχείρημα ήταν οι λεγόμενες sunset clauses, οι ημερομηνίες λήξης ορισμένων
περιορισμών. Μετά από 10 ή 15 χρόνια,
βασικά όρια στον εμπλουτισμό ουρανίου και στα αποθέματα θα έπαυαν να ισχύουν.
Οι αντίπαλοι έλεγαν ότι η συμφωνία απλώς ανέβαλε το πρόβλημα και
ουσιαστικά άνοιγε τον δρόμο σε ένα πιο ισχυρό πυρηνικά Ιράν μετά το 2030.
Η πλευρά Ομπάμα απαντούσε ότι χωρίς συμφωνία το πρόβλημα θα
ήταν άμεσο, όχι μελλοντικό.
Οι «παλέτες με μετρητά» που έγιναν πολιτικό σύμβολο
Λίγες εικόνες εξόργισαν τόσο τους επικριτές, όσο
η αποστολή 1,7 δισ. δολαρίων στο Ιράν σε μετρητά το
2016. Ο Τραμπ επανέφερε αμέτρητες φορές το θέμα,
παρουσιάζοντάς το ως εξευτελιστική παραχώρηση ή
ακόμη και λύτρα.
Η πραγματικότητα ήταν πιο σύνθετη.
Το ποσό αφορούσε παλαιά οικονομική διαφορά: πριν
από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, το Ιράν είχε πληρώσει τις ΗΠΑ για αγορά
οπλικών συστημάτων, που δεν παραδόθηκαν ποτέ μετά την ανατροπή του Σάχη. Τα 400
εκατ. δολάρια της αρχικής πληρωμής, μαζί με τόκους 1,3 δισ., αποτελούσαν αντικείμενο διεθνούς διαιτησίας που οι ΗΠΑ
εκτιμούσαν ότι θα έχαναν.
Η πληρωμή έγινε σε ξένα νομίσματα
και με μετρητά, επειδή οι τραπεζικές κυρώσεις παρέμεναν σε ισχύ.
Ωστόσο, συνέπεσε χρονικά με την
απελευθέρωση Αμερικανών κρατουμένων από το Ιράν, δημιουργώντας
πολιτική θύελλα που ποτέ δεν έσβησε.
Η αποχώρηση Τραμπ και το σημείο μηδέν
Το 2018, ο Ντόναλντ Τραμπ απέσυρε μονομερώς τις ΗΠΑ από τη συμφωνία και
επανέφερε βαριές κυρώσεις. Η στρατηγική του ονομάστηκε «μέγιστη πίεση».
Αντί όμως να οδηγήσει σε νέα, καλύτερη συμφωνία, το αποτέλεσμα ήταν διαφορετικό: το Ιράν άρχισε
σταδιακά να υπερβαίνει τα όρια του JCPOA, αυξάνοντας αποθέματα ουρανίου και
επίπεδα εμπλουτισμού.
Εν ολίγοις, η συμφωνία που είχε
περιορίσει το πρόγραμμα κατέρρευσε και η πυρηνική αβεβαιότητα επέστρεψε.
Γιατί επιστρέφει τώρα στο επίκεντρο
Η σημερινή συζήτηση δεν αφορά απλώς το παρελθόν. Αφορά
το αν η διπλωματία, έστω ατελής, είναι προτιμότερη από
την ανοιχτή σύγκρουση.
Οι επικριτές του Τραμπ λένε ότι
ίσως τελικά αναγκαστεί να αποδεχθεί μια νέα συμφωνία
που θα μοιάζει αρκετά με εκείνη που είχε ακυρώσει. Οι
υποστηρικτές του επιμένουν ότι μόνο η σκληρή πίεση μπορεί να αποδώσει.
Η αλήθεια είναι ότι η συμφωνία του 2015 παραμένει
ένα μάθημα ρεαλισμού: στις διεθνείς κρίσεις, οι
τέλειες λύσεις σπάνια υπάρχουν. Συχνά, το δίλημμα είναι ανάμεσα σε μια ατελή
συμφωνία και σε μια πολύ χειρότερη σύγκρουση.
Σχολιάστε εδώ
για να σχολιάσετε το παραπάνω θέμα πρέπει να εισέλθετε